ζογκλερικός
•
- που αναφέρεται ή ανήκει ή χαρακτηρίζει τον ζογκλέρ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζογκλερικός < ζογκλέρ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζογκλερικός | ζογκλερική | ζογκλερικό |
| Γενική | ζογκλερικού | ζογκλερικής | ζογκλερικού |
| Αιτιατική | ζογκλερικό | ζογκλερική | ζογκλερικό |
| Κλητική | ζογκλερικέ | ζογκλερική | ζογκλερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζογκλερικοί | ζογκλερικές | ζογκλερικά |
| Γενική | ζογκλερικών | ζογκλερικών | ζογκλερικών |
| Αιτιατική | ζογκλερικούς | ζογκλερικές | ζογκλερικά |
| Κλητική | ζογκλερικοί | ζογκλερικές | ζογκλερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →