Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζολότα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίαασημένιο τουρκικό νόμισμα που ισοδυναμεί με τα ¾ απ’ το γρόσι Βικιλεξικό
    • ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρα (piastre), ρεάλι (reale), ρεγγίνα (regina), ρουμπιές (rubiye), ράσπιδο (ruspio), σκούδον (scudo), σολδί (soldo), τάλλαρον (tallero), τσεκίνι (zechin), τορνέζι (tornese), φιορίνι, φλωρί (Economies méditerranéennes: équilibres et intercommunications, XIIIe-XIX siècles: actes du IIe Colloque international d'histoire, Athènes, 18-25 Septembre 1983, Volume 3, Centre de recherches néohelléniques, Fondation nationale de la recherche scientifique, 1985, σελ. 183)

Ετυμολογία

ζολότα < (άμεσο δάνειο) τουρκική zolota < σλαβικής προέλευσης золото / złoto < πρωτοσλαβική *zolto < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰl̥-tó-m (χρυσός) < *ǵʰel- (κίτρινος, λάμψη, λάμπω) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζολόταζολότες
Γενικήζολότας—
Αιτιατικήζολόταζολότες
Κλητικήζολόταζολότες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →