ζορίζομαι
•
- αντιμετωπίζω δυσκολίες, δυσκολεύομαι να αντεπεξέλθω σε συγκεκριμένο έργο ή να αντιμετωπίσω αντίξοες συνθήκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζορίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ζορίζω < ζόρι
Άλλοι τύποι
ζορίστηκαζοριζόμουνζορισμένοςζοριστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →