ζορίζω
•
- πιέζω υπερβολικά κάτι ή κάποιον ώστε να αποδώσει περισσότερο Βικιλεξικό
- μην το ζορίζεις το αμάξι στην ανηφόρα τόσο πολύ!
- τον έχει ζορίσει πολύ το γιο του με τα μαθήματα τώρα τελευταία
Ετυμολογία
ζορίζω < ζόρι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζορίζω | ζορίζεις | ζορίζει | ζορίζουμε | ζορίζετε | ζορίζουν / ζορίζουνε |
| Παρατατικός | ζόριζα | ζόριζες | ζόριζε | ζορίζαμε | ζορίζατε | ζορίζαν / ζορίζανε / ζόριζαν |
| Αόριστος | ζόρισα | ζόρισες | ζόρισε | ζορίσαμε | ζορίσατε | ζορίσαν / ζορίσανε / ζόρισαν |
| Μέλλοντας | θα ζορίζω / θα ζορίσω | θα ζορίζεις / θα ζορίσεις | θα ζορίζει / θα ζορίσει | θα ζορίζουμε / θα ζορίσουμε | θα ζορίζετε / θα ζορίσετε | θα ζορίζουν / θα ζορίζουνε / θα ζορίσουν / θα ζορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζορίσει | έχεις ζορίσει | έχει ζορίσει | έχουμε ζορίσει | έχετε ζορίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζορίσει | είχες ζορίσει | είχε ζορίσει | είχαμε ζορίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζορίσει / να ζορίζω / να ζορίσω | να έχεις ζορίσει / να ζορίζεις / να ζορίσεις | να έχει ζορίσει / να ζορίζει / να ζορίσει | να έχουμε ζορίσει / να ζορίζουμε / να ζορίσουμε | να έχετε ζορίσει / να ζορίζετε / να ζορίσετε | να ζορίζουν / να ζορίζουνε / να ζορίσουν / να ζορίσουνε |
| Προστακτική | — | ζόριζε / ζόρισε | — | — | ζορίζετε / ζορίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →