ζουζούνισμα
•
- ο ήχος (ζζζ) που ακούμε να κάνουν τα έντομα κατά το πέταγμά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζουζούνισμα < ζουζουνίζω + -μα < (ηχομιμητική λέξη) (ζζζ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζουζούνισμα | ζουζουνίσματα |
| Γενική | ζουζουνίσματος | ζουζουνισμάτων |
| Αιτιατική | ζουζούνισμα | ζουζουνίσματα |
| Κλητική | ζουζούνισμα | ζουζουνίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →