ζουλάπι
•
- ιδιωματικότο άγριο ζώο Βικιλεξικό
- μεταφορικάο πονηρός, ο ανόητος, υποτιμητικός χαρακτηρισμός προσώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζουλάπι < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική zulapi ή αλβανική zullap
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζουλάπι | ζουλάπια |
| Γενική | ζουλαπιού | ζουλαπιών |
| Αιτιατική | ζουλάπι | ζουλάπια |
| Κλητική | ζουλάπι | ζουλάπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →