Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζουμπουρλούδικος

/zum.buɾˈlu.ði.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπαχουλός Βικιλεξικό
    • καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα (από την ταινία «Καλώς ήλθε το δολάριο», 1967)
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Νεοελληνική Μυθολογία, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601668079, @google.gr/books

Ετυμολογία

ζουμπουρλούδικος < άγνωστης ετυμολογίας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζουμπουρλούδικοςζουμπουρλούδικηζουμπουρλούδικο
Γενικήζουμπουρλούδικουζουμπουρλούδικηςζουμπουρλούδικου
Αιτιατικήζουμπουρλούδικοζουμπουρλούδικηζουμπουρλούδικο
Κλητικήζουμπουρλούδικεζουμπουρλούδικηζουμπουρλούδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζουμπουρλούδικοιζουμπουρλούδικεςζουμπουρλούδικα
Γενικήζουμπουρλούδικωνζουμπουρλούδικωνζουμπουρλούδικων
Αιτιατικήζουμπουρλούδικουςζουμπουρλούδικεςζουμπουρλούδικα
Κλητικήζουμπουρλούδικοιζουμπουρλούδικεςζουμπουρλούδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →