ζουμπούλι
•
- λουλούδιο υάκινθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζουμπούλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική سنبل (sombol) (τουρκική sümbül) < περσική سنبل (sombol)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζουμπούλι | ζουμπούλια |
| Γενική | ζουμπουλιού | ζουμπουλιών |
| Αιτιατική | ζουμπούλι | ζουμπούλια |
| Κλητική | ζουμπούλι | ζουμπούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →