ζούρλα
•
- η ιδιότητα του ζουρλού, ανόητη ή παράλογη συμπεριφορά Βικιλεξικό
- μανιώδης ενασχόληση με κάτι Βικιλεξικό
- περίεργη ή εκκεντρική συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζούρλα < ζουρλός + -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζούρλα | ζούρλες |
| Γενική | ζούρλας | ζουρλών |
| Αιτιατική | ζούρλα | ζούρλες |
| Κλητική | ζούρλα | ζούρλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →