ζουρλομανδύας
•
- ρόμπα με πολύ μακριά μανίκια που τη φορούν σε ψυχασθενείς σε κρίση και τους δένουν τα μανίκια πίσω από την πλάτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζουρλομανδύας < ζουρλ(ός) + -ο- + μανδύας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζουρλομανδύας | ζουρλομανδύες |
| Γενική | ζουρλομανδύα | ζουρλομανδυών |
| Αιτιατική | ζουρλομανδύα | ζουρλομανδύες |
| Κλητική | ζουρλομανδύα | ζουρλομανδύες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →