ζοφερός
•
- που δεν έχει καθόλου φως, που είναι τόσο σκοτεινός ώστε να προκαλεί φόβο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου προκαλεί ανασφάλεια, απαισιοδοξία, φόβο Βικιλεξικό
- Αγέλαστος, ζοφερός, αδιάφορος και (συνήθως) αμίλητος, δείχνει ανίκανος να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους (γι’ αυτό η θλίψη). (Κοσμάς Βίδος, Αγένεια!, Το Βήμα, 26 Μαΐου 2017)
Ετυμολογία
ζοφερός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζοφερός < ζόφ(ος) + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζοφερός | ζοφερή | ζοφερό |
| Γενική | ζοφερού | ζοφερής | ζοφερού |
| Αιτιατική | ζοφερό | ζοφερή | ζοφερό |
| Κλητική | ζοφερέ | ζοφερή | ζοφερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζοφεροί | ζοφερές | ζοφερά |
| Γενική | ζοφερών | ζοφερών | ζοφερών |
| Αιτιατική | ζοφερούς | ζοφερές | ζοφερά |
| Κλητική | ζοφεροί | ζοφερές | ζοφερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →