ζοχάδα
•
- η αιμορροΐδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κακή διάθεση που εκδηλώνεται με εκνευρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζοχάδα < μεσαιωνική ελληνική ζοχάδες < ελληνιστική κοινή ἐσοχάδες < ἐσοχή < εἰσοχή < αρχαία ελληνική εἰσέχω < ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζοχάδα | ζοχάδες |
| Γενική | ζοχάδας | ζοχάδων |
| Αιτιατική | ζοχάδα | ζοχάδες |
| Κλητική | ζοχάδα | ζοχάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →