Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζοχαδιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που έχει ζοχάδες Βικιλεξικό
  2. ο μόνιμα νευρικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζοχαδιάρης < ζοχάδα + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζοχαδιάρηςζοχαδιάρηδες
Γενικήζοχαδιάρηζοχαδιάρηδων
Αιτιατικήζοχαδιάρηζοχαδιάρηδες
Κλητικήζοχαδιάρηζοχαδιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →