ζοχός
•
- φυτόκοινή ονομασία του φυτού Σόγχος ο λαχανώδης (Sonchus oleraceus) Βικιλεξικό
- φυτόκοινή ονομασία του φυτού Ουρόσπερμο το πικροειδές (Urospermum picroides) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζοχός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζοχός / ζόχος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σόγχος, άγνωστης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζοχός | ζοχοί |
| Γενική | ζοχού | ζοχών |
| Αιτιατική | ζοχό | ζοχούς |
| Κλητική | ζοχέ | ζοχοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →