Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζοχός

/zoˈxos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φυτόκοινή ονομασία του φυτού Σόγχος ο λαχανώδης (Sonchus oleraceus) Βικιλεξικό
  2. φυτόκοινή ονομασία του φυτού Ουρόσπερμο το πικροειδές (Urospermum picroides) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζοχός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζοχός / ζόχος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σόγχος, άγνωστης ετυμολογίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζοχόςζοχοί
Γενικήζοχούζοχών
Αιτιατικήζοχόζοχούς
Κλητικήζοχέζοχοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →