Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζούδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό ζώο Βικιλεξικό
  2. ζωύφιο, έντομο Βικιλεξικό
    • Η Βερενίκη τον πείραζε όπως παιδεύουν κάποιο ζούδι μ’ ένα ξεσκλήδι καλαμιού (Κοσμάς Πολίτης, Eroica)
  3. μεταφορικάζώο (χαρακτηρισμός για άνθρωπο χωρίς μυαλό) Βικιλεξικό
    • τι λες βρε ζούδι;
  4. μυθολογία, στη λαϊκή παράδοση το στοιχειό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζούδι < μεσαιωνική ελληνική ζούδιον < (ελληνιστική κοινή) ζῴδιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζούδιζούδια
Γενικήζουδιούζουδιών
Αιτιατικήζούδιζούδια
Κλητικήζούδιζούδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →