Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζούλα

/ˈzu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη μυστικότητα Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόη κατσίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζούλα < ζουλ(άω)/(ώ) + κατάληξη θηλυκού -α :* για την κατσίκα < ζώο + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζούλαζούλες
Γενικήζούλας—
Αιτιατικήζούλαζούλες
Κλητικήζούλαζούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ζούλα

/ˈzu.la/επίρρημα
•
  1. λαϊκότροπομυστικά, κρυφά, με μυστικό τρόπο, χωρίς να το καταλάβουν οι υπόλοιποι Βικιλεξικό
    • ζούλα σε μία βάρκα μπήκα, από το ομώνυμο τραγούδι του Γιώργου Μπάτη

Ετυμολογία

ζούλα < ζουλ(άω)/(ώ) + κατάληξη θηλυκού -α :* για την κατσίκα < ζώο + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Άλλοι τύποι

ζούλαζούλαςζούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →