Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζούμπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χορόςπρόγραμμα γυμναστικής που συνδυάζει λάτιν και διεθνή μουσική με χορό και αερόμπικ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζούμπα < αγγλική Zumba < Zorro + rumba < ισπανική rumba < rumbo < rombo < λατινική rhombus < αρχαία ελληνική ῥόμβος (αντιδάνειο) < ῥέμβω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζούμπαζούμπες
Γενικήζούμπας—
Αιτιατικήζούμπαζούμπες
Κλητικήζούμπαζούμπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →