ζούπηγμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζουπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζούπηγμα < ζουπώ (αόριστος ζούπηγα) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζούπηγμα | ζουπήγματα |
| Γενική | ζουπήγματος | ζουπηγμάτων |
| Αιτιατική | ζούπηγμα | ζουπήγματα |
| Κλητική | ζούπηγμα | ζουπήγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →