Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζυγιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποτο ζευγάρι Βικιλεξικό
    • Ἡ τελευταία ζυγιά ἥτις κατῆλθε, συνίστατο ἀπὸ τὸν Στάμον καὶ ἀπὸ τὸν Ἀργύρην, δύο φρονίμους παῖδας. Οὗτοι δὲν ἐμάλωναν, ἀλλ’ ἐσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τί νὰ τὰ κάμουν τὰ λεπτὰ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἐμάζωναν ἐκείνην τὴν βραδιάν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)
  2. λαϊκότροποδύο μουσικοί με τα μουσικά τους όργανα (π.χ. λαούτο και βιολί) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζυγιά < (ελληνιστική κοινή) < ζυγή < αρχαία ελληνική ζεύγνυμι / ζευγνύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζυγιάζυγιές
Γενικήζυγιάςζυγιών
Αιτιατικήζυγιάζυγιές
Κλητικήζυγιάζυγιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →