ζυγισμένος
•
- που έχει ζυγιστεί για να βρεθεί το βάρος του Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι αποτέλεσμα σκέψης και σωστού υπολογισμού Βικιλεξικό
- τα λόγια του ήταν καλά ζυγισμένα
- ευθυγραμμισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυγισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ζυγίζω
Άλλοι τύποι
ζυγισμέναζυγισμένεζυγισμένεςζυγισμένηζυγισμένηςζυγισμένοζυγισμένοιζυγισμένοςζυγισμένουζυγισμένουςζυγισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →