ζυγούρι
•
- λαϊκότροποπρόβατο ηλικίας δύο ετών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυγούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζυγούριν < ζυγ(ός) (επίθετο) + -ούριν (-ούρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζυγούρι | ζυγούρια |
| Γενική | ζυγουριού | ζυγουριών |
| Αιτιατική | ζυγούρι | ζυγούρια |
| Κλητική | ζυγούρι | ζυγούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →