Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζυθεστιάτορας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαιδιοκτήτης ζυθεστιατόριου ή εργαζόμενος σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζυθεστιάτορας < ζύθος + εστιάτορας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζυθεστιάτοραςζυθεστιάτορες
Γενικήζυθεστιάτοραζυθεστιατόρων
Αιτιατικήζυθεστιάτοραζυθεστιάτορες
Κλητικήζυθεστιάτοραζυθεστιάτορες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →