ζυθοπωλείο
•
- κατάστημα όπου πωλείται ή/και καταλανώνεται μπίρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυθοπωλείο < ζυθοπώλης + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζυθοπωλείο | ζυθοπωλεία |
| Γενική | ζυθοπωλείου | ζυθοπωλείων |
| Αιτιατική | ζυθοπωλείο | ζυθοπωλεία |
| Κλητική | ζυθοπωλείο | ζυθοπωλεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →