ζυμοτεχνία
•
- επιστημονικός κλάδος που μελετά τις ζυμώσεις και τον μηχανισμό τους Βικιλεξικό
- σπάνιοη τέχνη της ζύμωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυμοτεχνία < ζύμη + -ο- + -τεχνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζυμοτεχνία | ζυμοτεχνίες |
| Γενική | ζυμοτεχνίας | ζυμοτεχνιών |
| Αιτιατική | ζυμοτεχνία | ζυμοτεχνίες |
| Κλητική | ζυμοτεχνία | ζυμοτεχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →