ζυμώνω
•
- με τα χέρια μου ή με ειδικό μηχάνημα πιέζω και μαλάσσω μια μάζα από ζύμη ώστε να γίνει ένα ομογενές σώμα και να είναι έτοιμη για να πλάσω από αυτήν ψωμί, γλυκίσματα κλπ Βικιλεξικό
- πιέζω με τα χέρια μου μια μάζα από διαφορετικά υλικά ώστε να σχηματιστεί ενα ομογενές κατά το δυνατόν μείγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυμώνω < ελληνιστική κοινή ζυμόω / ζυμῶ < ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yes- (βράζω, αφρίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζυμώνω | ζυμώνεις | ζυμώνει | ζυμώνουμε | ζυμώνετε | ζυμώνουν / ζυμώνουνε |
| Παρατατικός | ζύμωνα | ζύμωνες | ζύμωνε | ζυμώναμε | ζυμώνατε | ζυμώναν / ζυμώνανε / ζύμωναν |
| Αόριστος | ζύμωσα | ζύμωσες | ζύμωσε | ζυμώσαμε | ζυμώσατε | ζυμώσαν / ζυμώσανε / ζύμωσαν |
| Μέλλοντας | θα ζυμώνω / θα ζυμώσω | θα ζυμώνεις / θα ζυμώσεις | θα ζυμώνει / θα ζυμώσει | θα ζυμώνουμε / θα ζυμώσουμε | θα ζυμώνετε / θα ζυμώσετε | θα ζυμώνουν / θα ζυμώνουνε / θα ζυμώσουν / θα ζυμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζυμώσει | έχεις ζυμώσει | έχει ζυμώσει | έχουμε ζυμώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζυμώσει | είχες ζυμώσει | είχε ζυμώσει | είχαμε ζυμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζυμώσει / να ζυμώνω / να ζυμώσω | να έχεις ζυμώσει / να ζυμώνεις / να ζυμώσεις | να έχει ζυμώσει / να ζυμώνει / να ζυμώσει | να έχουμε ζυμώσει / να ζυμώνουμε / να ζυμώσουμε | να ζυμώνετε / να ζυμώσετε | να ζυμώνουν / να ζυμώνουνε / να ζυμώσουν / να ζυμώσουνε |
| Προστακτική | — | ζύμωνε / ζύμωσε | — | — | ζυμώνετε / ζυμώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζυμώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →