ζωάρκεια
•
- λόγιοό,τι είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωάρκεια < ελληνιστική κοινή ζωάρκεια < ζωαρκής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωάρκεια | ζωάρκειες |
| Γενική | ζωάρκειας | ζωαρκειών |
| Αιτιατική | ζωάρκεια | ζωάρκειες |
| Κλητική | ζωάρκεια | ζωάρκειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →