Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωήλατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον σέρνει, έλκει, που τον κινεί, ζώο Βικιλεξικό
    • Στους αυτοκινητόδρομους απαγορεύεται, κατά το αρθ. 29 του Ν.2696/1999, αυστηρά η κυκλοφορία οχημάτων που δεν μπορούν να αναπτύξουν ταχύτητα άνω των 50 χλμ. την ώρα, δηλαδή, πεζών, έφιππων, ζώων, ζωήλατων οχημάτων, ποδηλάτων και τροποποιημένων μηχανοκίνητων οχημάτων που δεν υπερβαίνουν την ανωτέρω ταχύτητα. (Χρειάζεται στοιχεία, αν πρόκειται για παράθεμα)
    • ζωήλατος αροτραία καλλιέργεια

Ετυμολογία

ζωήλατος (νεολογισμός) < ζώ(ο) + -ήλατος (< ἐλαύνω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωήλατοςζωήλατηζωήλατο
Γενικήζωήλατουζωήλατηςζωήλατου
Αιτιατικήζωήλατοζωήλατηζωήλατο
Κλητικήζωήλατεζωήλατηζωήλατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωήλατοιζωήλατεςζωήλατα
Γενικήζωήλατωνζωήλατωνζωήλατων
Αιτιατικήζωήλατουςζωήλατεςζωήλατα
Κλητικήζωήλατοιζωήλατεςζωήλατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →