ζωγραφίζω
•
- σχεδιάζω γραμμές και/ή καλύπτω επιφάνειες με χρώματα, ώστε να δημιουργήσω μία ζωγραφική εικόνα, να αναπαραστήσω πρόσωπα ή πράγματα ή αφηρημένες εικόνες και να φέρω ένα αισθητικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- είμαι ζωγράφος Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκτελώ με δεξιοτεχνία μια συγκεκριμένη εργασία Βικιλεξικό
- Πολύ ωραίο κείμενο αυτό που έστειλες στο περιοδικό. Ζωγράφισες πάλι!
Ετυμολογία
ζωγραφίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζωγραφίζω < αρχαία ελληνική ζωγραφ(έω, -ῶ) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζωγραφίζω | ζωγραφίζεις | ζωγραφίζει | ζωγραφίζουμε | ζωγραφίζετε | ζωγραφίζουν / ζωγραφίζουνε |
| Παρατατικός | ζωγράφιζα | ζωγράφιζες | ζωγράφιζε | ζωγραφίζαμε | ζωγραφίζατε | ζωγράφιζαν / ζωγραφίζαν / ζωγραφίζανε |
| Αόριστος | ζωγράφισα | ζωγράφισες | ζωγράφισε | ζωγραφίσαμε | ζωγραφίσατε | ζωγράφισαν / ζωγραφίσαν / ζωγραφίσανε |
| Μέλλοντας | θα ζωγραφίζω / θα ζωγραφίσω | θα ζωγραφίζεις / θα ζωγραφίσεις | θα ζωγραφίζει / θα ζωγραφίσει | θα ζωγραφίζουμε / θα ζωγραφίσουμε | θα ζωγραφίζετε / θα ζωγραφίσετε | θα ζωγραφίζουν / θα ζωγραφίζουνε / θα ζωγραφίσουν / θα ζωγραφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζωγραφίσει | έχεις ζωγραφίσει | έχει ζωγραφίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζωγραφίσει | είχες ζωγραφίσει | είχε ζωγραφίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζωγραφίσει / να ζωγραφίζω / να ζωγραφίσω | να έχεις ζωγραφίσει / να ζωγραφίζεις / να ζωγραφίσεις | να έχει ζωγραφίσει / να ζωγραφίζει / να ζωγραφίσει | να ζωγραφίζουμε / να ζωγραφίσουμε | να ζωγραφίζετε / να ζωγραφίσετε | να ζωγραφίζουν / να ζωγραφίζουνε / να ζωγραφίσουν / να ζωγραφίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ζωγραφισμένο / ζωγράφιζε / ζωγράφισε | — | — | ζωγραφίζετε / ζωγραφίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζωγραφίστηκαζωγραφίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →