Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωγραφίζω

/zo.ɣɾaˈfi.zo/ρήμα
•
  1. σχεδιάζω γραμμές και/ή καλύπτω επιφάνειες με χρώματα, ώστε να δημιουργήσω μία ζωγραφική εικόνα, να αναπαραστήσω πρόσωπα ή πράγματα ή αφηρημένες εικόνες και να φέρω ένα αισθητικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
  2. είμαι ζωγράφος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεκτελώ με δεξιοτεχνία μια συγκεκριμένη εργασία Βικιλεξικό
    • Πολύ ωραίο κείμενο αυτό που έστειλες στο περιοδικό. Ζωγράφισες πάλι!

Ετυμολογία

ζωγραφίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζωγραφίζω < αρχαία ελληνική ζωγραφ(έω, -ῶ) + -ίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςζωγραφίζωζωγραφίζειςζωγραφίζειζωγραφίζουμεζωγραφίζετεζωγραφίζουν / ζωγραφίζουνε
Παρατατικόςζωγράφιζαζωγράφιζεςζωγράφιζεζωγραφίζαμεζωγραφίζατεζωγράφιζαν / ζωγραφίζαν / ζωγραφίζανε
Αόριστοςζωγράφισαζωγράφισεςζωγράφισεζωγραφίσαμεζωγραφίσατεζωγράφισαν / ζωγραφίσαν / ζωγραφίσανε
Μέλλονταςθα ζωγραφίζω / θα ζωγραφίσωθα ζωγραφίζεις / θα ζωγραφίσειςθα ζωγραφίζει / θα ζωγραφίσειθα ζωγραφίζουμε / θα ζωγραφίσουμεθα ζωγραφίζετε / θα ζωγραφίσετεθα ζωγραφίζουν / θα ζωγραφίζουνε / θα ζωγραφίσουν / θα ζωγραφίσουνε
Παρακείμενοςέχω ζωγραφίσειέχεις ζωγραφίσειέχει ζωγραφίσει———
Υπερσυντέλικοςείχα ζωγραφίσειείχες ζωγραφίσειείχε ζωγραφίσει———
Υποτακτικήνα έχω ζωγραφίσει / να ζωγραφίζω / να ζωγραφίσωνα έχεις ζωγραφίσει / να ζωγραφίζεις / να ζωγραφίσειςνα έχει ζωγραφίσει / να ζωγραφίζει / να ζωγραφίσεινα ζωγραφίζουμε / να ζωγραφίσουμενα ζωγραφίζετε / να ζωγραφίσετενα ζωγραφίζουν / να ζωγραφίζουνε / να ζωγραφίσουν / να ζωγραφίσουνε
Προστακτική—έχε ζωγραφισμένο / ζωγράφιζε / ζωγράφισε——ζωγραφίζετε / ζωγραφίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ζωγραφίστηκαζωγραφίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →