Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωικός

/zo.iˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από ζώα, π.χ. ζωικό βασίλειο Βικιλεξικό
  2. που προέρχεται από, ανήκει, ταιριάζει ή αναφέρεται στα ζώα Βικιλεξικό
  3. που αναφέρεται στη ζωή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζωικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζωϊκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωικόςζωικήζωικό
Γενικήζωικούζωικήςζωικού
Αιτιατικήζωικόζωικήζωικό
Κλητικήζωικέζωικήζωικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωικοίζωικέςζωικά
Γενικήζωικώνζωικώνζωικών
Αιτιατικήζωικούςζωικέςζωικά
Κλητικήζωικοίζωικέςζωικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →