ζωμός
•
- το θρεπτικό εκχύλισμα που παρασκευάζεται με το βράσιμο κρέατος ή ψαριού ή / και λαχανικών, πλούσιο σε αντίστοιχες ουσίες· μπορεί να χρησιμοποιηθεί και συμπυκνωμένος στο μαγείρεμα Βικιλεξικό
- έβαλε στη σούπα δύο κύβους ζωμό κοτόπουλου
- Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
ζωμός < (άμεσο δάνειο) αρχαία ελληνική ζωμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωμός | ζωμοί |
| Γενική | ζωμού | ζωμών |
| Αιτιατική | ζωμό | ζωμούς |
| Κλητική | ζωμέ | ζωμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →