ζωνάρι
•
- η ζώνη που φοράμε στη μέση μας Βικιλεξικό
- ναυπηγικός όροςτο υπόζωμα πλοίων ή λέμβων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωνάρι < μεσαιωνική ελληνική, υποκοριστικό του ζώνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωνάρι | ζωνάρια |
| Γενική | ζωναριού | ζωναριών |
| Αιτιατική | ζωνάρι | ζωνάρια |
| Κλητική | ζωνάρι | ζωνάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →