ζωντάνια
•
- το να είναι κάποιος ζωντανός, να έχει δηλαδή μια ενεργητικότητα, μια έντονη δραστηριότητα Βικιλεξικό
- ζωηράδα, ζωηρότητα, φρεσκάδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να φαίνεται κάτι σαν ζωντανό και παραστατικό, να προκαλεί έντονη εντύπωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωντάνια < ζωνταν(ός) + -ια (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωντάνια | ζωντάνιες |
| Γενική | ζωντάνιας | — |
| Αιτιατική | ζωντάνια | ζωντάνιες |
| Κλητική | ζωντάνια | ζωντάνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →