ζωντοχήρα
•
- η γυναίκα που έχει πάρει διαζύγιο, η διαζευγμένη γυναίκα Βικιλεξικό
- Όταν μείνεις χήρα, χήρα ζωντοχήρα, τότε θα κλαις, θα λιώνεις, θα πονάς, θα μετανοήσεις και θα με ζητήσεις, πανούργα να δεις το κεφαλάκι σου θα φας.
- Αυτόν που ήθελες μανούλα μου τον πήρα αυτόν που ήθελες μανούλα μου γλυκιά. Μα βλέπω γρήγορα θα μείνω ζωντοχήρα γιατί το ξέρεις έχω άλλον στην καρδιά.
Ετυμολογία
ζωντοχήρα < ζωντο- (< ζωντανός) + χήρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωντοχήρα | ζωντοχήρες |
| Γενική | ζωντοχήρας | — |
| Αιτιατική | ζωντοχήρα | ζωντοχήρες |
| Κλητική | ζωντοχήρα | ζωντοχήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →