Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωντόβολο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ζώο, συνήθως μουλάρι ή γαϊδούρι Βικιλεξικό
  2. μειωτικόο ανόητος, αυτός που δεν ξέρει τι του γίνεται Βικιλεξικό
  3. χαϊδευτικόμικρό άτακτο παιδί Βικιλεξικό
    • μα τι ζωντόβολο είναι, όλο αταξίες κάνει!
    • μα πού έχει κρυφτεί πάλι; θα με σκάσει αυτό το ζωντόβολο!

Ετυμολογία

ζωντόβολο < μεσαιωνική ελληνική ζωντόβολον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζωντόβολοζωντόβολα
Γενικήζωντόβολουζωντόβολων
Αιτιατικήζωντόβολοζωντόβολα
Κλητικήζωντόβολοζωντόβολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →