ζωντόβολο
•
- ζώο, συνήθως μουλάρι ή γαϊδούρι Βικιλεξικό
- μειωτικόο ανόητος, αυτός που δεν ξέρει τι του γίνεται Βικιλεξικό
- χαϊδευτικόμικρό άτακτο παιδί Βικιλεξικό
- μα τι ζωντόβολο είναι, όλο αταξίες κάνει!
- μα πού έχει κρυφτεί πάλι; θα με σκάσει αυτό το ζωντόβολο!
Ετυμολογία
ζωντόβολο < μεσαιωνική ελληνική ζωντόβολον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωντόβολο | ζωντόβολα |
| Γενική | ζωντόβολου | ζωντόβολων |
| Αιτιατική | ζωντόβολο | ζωντόβολα |
| Κλητική | ζωντόβολο | ζωντόβολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →