Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωογονητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζωογονεί, που συντελεί στη ζωογόνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζωογονητικός < ελληνιστική κοινή ζωογονητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωογονητικόςζωογονητικήζωογονητικό
Γενικήζωογονητικούζωογονητικήςζωογονητικού
Αιτιατικήζωογονητικόζωογονητικήζωογονητικό
Κλητικήζωογονητικέζωογονητικήζωογονητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωογονητικοίζωογονητικέςζωογονητικά
Γενικήζωογονητικώνζωογονητικώνζωογονητικών
Αιτιατικήζωογονητικούςζωογονητικέςζωογονητικά
Κλητικήζωογονητικοίζωογονητικέςζωογονητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →