ζωοδόχος
•
- λόγιοπου έχει δεχτεί τη ζωή (δηλαδή τον ίδιο το Χριστό) Βικιλεξικό
- ο ζωοδόχος τάφος του Κυρίου μας
- λόγιοπροσωνυμία της Παναγίας Βικιλεξικό
- λόγιογια ναωνύμια και ονομασίες εικόνων, με κεφαλαίο Ζωοδόχος στον όρο Ζωοδόχος Πηγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωοδόχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ζωοδόχος < ζωο- + -δόχος (< δέχομαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοδόχος | ζωοδόχος | ζωοδόχο |
| Γενική | ζωοδόχου | — | ζωοδόχου |
| Αιτιατική | ζωοδόχο | — | ζωοδόχο |
| Κλητική | ζωοδόχε | — | ζωοδόχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοδόχοι | — | ζωοδόχα |
| Γενική | ζωοδόχων | — | ζωοδόχων |
| Αιτιατική | ζωοδόχους | — | ζωοδόχα |
| Κλητική | ζωοδόχοι | — | ζωοδόχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →