ζωοκομικός
•
- που έχει σχέση με τη ζωοκομία ή τον ζωοκόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωοκομικός < ζωοκομ(ία) ζωοκόμ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοκομικός | ζωοκομική | ζωοκομικό |
| Γενική | ζωοκομικού | ζωοκομικής | ζωοκομικού |
| Αιτιατική | ζωοκομικό | ζωοκομική | ζωοκομικό |
| Κλητική | ζωοκομικέ | ζωοκομική | ζωοκομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοκομικοί | ζωοκομικές | ζωοκομικά |
| Γενική | ζωοκομικών | ζωοκομικών | ζωοκομικών |
| Αιτιατική | ζωοκομικούς | ζωοκομικές | ζωοκομικά |
| Κλητική | ζωοκομικοί | ζωοκομικές | ζωοκομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →