Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωοκομικός

/zo.o.ko.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ζωοκομία ή τον ζωοκόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζωοκομικός < ζωοκομ(ία) ζωοκόμ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωοκομικόςζωοκομικήζωοκομικό
Γενικήζωοκομικούζωοκομικήςζωοκομικού
Αιτιατικήζωοκομικόζωοκομικήζωοκομικό
Κλητικήζωοκομικέζωοκομικήζωοκομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωοκομικοίζωοκομικέςζωοκομικά
Γενικήζωοκομικώνζωοκομικώνζωοκομικών
Αιτιατικήζωοκομικούςζωοκομικέςζωοκομικά
Κλητικήζωοκομικοίζωοκομικέςζωοκομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →