ζωολογικός
•
- που αναφέρεται στη ζωολογία και στους ζωολόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωολογικός < ζωολόγος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωολογικός | ζωολογική | ζωολογικό |
| Γενική | ζωολογικού | ζωολογικής | ζωολογικού |
| Αιτιατική | ζωολογικό | ζωολογική | ζωολογικό |
| Κλητική | ζωολογικέ | ζωολογική | ζωολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωολογικοί | ζωολογικές | ζωολογικά |
| Γενική | ζωολογικών | ζωολογικών | ζωολογικών |
| Αιτιατική | ζωολογικούς | ζωολογικές | ζωολογικά |
| Κλητική | ζωολογικοί | ζωολογικές | ζωολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →