ζωοπάζαρο
•
- το παζάρι (υπαίθρια αγορά) για αγοροπωλησία ζώων παραγωγής Βικιλεξικό
- Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27
Ετυμολογία
ζωοπάζαρο < ζώ(ο) + -ο- + παζάρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοπάζαρο | ζωοπάζαρα |
| Γενική | ζωοπάζαρου | ζωοπάζαρων |
| Αιτιατική | ζωοπάζαρο | ζωοπάζαρα |
| Κλητική | ζωοπάζαρο | ζωοπάζαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →