Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωοπάζαρο

/zo.oˈpa.za.ɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το παζάρι (υπαίθρια αγορά) για αγοροπωλησία ζώων παραγωγής Βικιλεξικό
    • Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27

Ετυμολογία

ζωοπάζαρο < ζώ(ο) + -ο- + παζάρ(ι) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζωοπάζαροζωοπάζαρα
Γενικήζωοπάζαρουζωοπάζαρων
Αιτιατικήζωοπάζαροζωοπάζαρα
Κλητικήζωοπάζαροζωοπάζαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →