Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωοποιώ

/zo.o.piˈo/ρήμα
•
  1. δίνω ζωή σε κάτι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάενδυναμώνω, εμψυχώνω Βικιλεξικό
    • Γυμνάζετε λοιπόν ἐαυτούς εἰς τήν εὐσέβειαν, ..., κρατύνετε ταύτην διὰ τῆς μελέτης τῆς ἁγίας γραφῆς, ἐπειδή ἐκ τῆς μελέτης τῶν θεοπνεύστων τούτων βιβλίων, ζωοποιεῖται καὶ κρατύνεται ἡ εὐσέβεια (Κ. Γ. Παπασλιώτης, Λόγος περί τῶν παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἑλλησι παιδικών παιγνίων· ἐκθεσις περί τού Ἑλληνικού Ἐκπαιδευτηρίου κατά τό σχολικόν ἐτος 1853-4 ..., Αθήνα, 1854, σελ. 39 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1_%CF%84%CE%BF/BLNbAAAAcAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B5&pg=PA39&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

ζωοποιώ < ελληνιστική κοινή ζωοποιέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςζωοποιώζωοποιείςζωοποιείζωοποιούμεζωοποιείτεζωοποιούν / ζωοποιούνε
Παρατατικόςζωοποιούσαζωοποιούσεςζωοποιούσεζωοποιούσαμεζωοποιούσατεζωοποιούσαν / ζωοποιούσανε
Αόριστοςζωοποίησαζωοποίησεςζωοποίησεζωοποιήσαμεζωοποιήσατεζωοποίησαν / ζωοποιήσαν / ζωοποιήσανε
Μέλλονταςθα ζωοποιήσω / θα ζωοποιώθα ζωοποιήσεις / θα ζωοποιείςθα ζωοποιήσει / θα ζωοποιείθα ζωοποιήσουμε / θα ζωοποιούμεθα ζωοποιήσετε / θα ζωοποιείτεθα ζωοποιήσουν / θα ζωοποιήσουνε / θα ζωοποιούν / θα ζωοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ζωοποιήσειέχεις ζωοποιήσειέχει ζωοποιήσειέχουμε ζωοποιήσειέχετε ζωοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ζωοποιήσειείχες ζωοποιήσειείχε ζωοποιήσειείχαμε ζωοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ζωοποιήσει / να ζωοποιήσω / να ζωοποιώνα έχεις ζωοποιήσει / να ζωοποιήσεις / να ζωοποιείςνα έχει ζωοποιήσει / να ζωοποιήσει / να ζωοποιείνα έχουμε ζωοποιήσει / να ζωοποιήσουμε / να ζωοποιούμενα έχετε ζωοποιήσει / να ζωοποιήσετε / να ζωοποιείτενα ζωοποιήσουν / να ζωοποιήσουνε / να ζωοποιούν / να ζωοποιούνε
Προστακτική—έχε ζωοποιημένο / ζωοποίησε——ζωοποιήστε / ζωοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →