Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωοτροφικός

/zo.o.tɾo.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ζωοτροφή, τη ζωοτροφία ή τον ζωοτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζωοτροφικός <ζωοτροφ(ία) / ζωοτροφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωοτροφικόςζωοτροφικήζωοτροφικό
Γενικήζωοτροφικούζωοτροφικήςζωοτροφικού
Αιτιατικήζωοτροφικόζωοτροφικήζωοτροφικό
Κλητικήζωοτροφικέζωοτροφικήζωοτροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωοτροφικοίζωοτροφικέςζωοτροφικά
Γενικήζωοτροφικώνζωοτροφικώνζωοτροφικών
Αιτιατικήζωοτροφικούςζωοτροφικέςζωοτροφικά
Κλητικήζωοτροφικοίζωοτροφικέςζωοτροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →