ζωοτροφικός
•
- που έχει σχέση με τη ζωοτροφή, τη ζωοτροφία ή τον ζωοτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωοτροφικός <ζωοτροφ(ία) / ζωοτροφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοτροφικός | ζωοτροφική | ζωοτροφικό |
| Γενική | ζωοτροφικού | ζωοτροφικής | ζωοτροφικού |
| Αιτιατική | ζωοτροφικό | ζωοτροφική | ζωοτροφικό |
| Κλητική | ζωοτροφικέ | ζωοτροφική | ζωοτροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοτροφικοί | ζωοτροφικές | ζωοτροφικά |
| Γενική | ζωοτροφικών | ζωοτροφικών | ζωοτροφικών |
| Αιτιατική | ζωοτροφικούς | ζωοτροφικές | ζωοτροφικά |
| Κλητική | ζωοτροφικοί | ζωοτροφικές | ζωοτροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →