Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωοτόκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηρισμός για τα ζώα που γεννούν τα μικρά τους σε αντίθεση με αυτά που γεννούν αβγά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζωοτόκος < αρχαία ελληνική ζωοτόκος. Μορφολογικά αναλύεται σε ζωο- + -τόκος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωοτόκοςζωοτόκα / ζωοτόκοςζωοτόκο
Γενικήζωοτόκουζωοτόκας / ζωοτόκουζωοτόκου
Αιτιατικήζωοτόκοζωοτόκα / ζωοτόκοζωοτόκο
Κλητικήζωοτόκεζωοτόκα / ζωοτόκεζωοτόκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωοτόκοιζωοτόκες / ζωοτόκοιζωοτόκα
Γενικήζωοτόκωνζωοτόκωνζωοτόκων
Αιτιατικήζωοτόκουςζωοτόκες / ζωοτόκουςζωοτόκα
Κλητικήζωοτόκοιζωοτόκες / ζωοτόκοιζωοτόκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →