ζωοψία
•
- ιατρικήη ψευδαίσθηση κάποιου να βλέπει ζώα που δεν υπάρχουν, ενώ είναι υπό την επήρεια ψυχοτρόπων ή άλλων παρόμοιων ουσιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωοψία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική zoopsia < αρχαία ελληνική ζῷον + ὄψις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωοψία | ζωοψίες |
| Γενική | ζωοψίας | ζωοψιών |
| Αιτιατική | ζωοψία | ζωοψίες |
| Κλητική | ζωοψία | ζωοψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →