ζύγαινα
•
- ιχθυολογίαείδος καρχαρία των τροπικών Βικιλεξικό
- εντομολογίαείδος πεταλούδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζύγαινα < αρχαία ελληνική ζύγαινα : (εντομολογικός όρος) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική zygène
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζύγαινα | ζύγαινες |
| Γενική | ζύγαινας | ζυγαινών |
| Αιτιατική | ζύγαινα | ζύγαινες |
| Κλητική | ζύγαινα | ζύγαινες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →