ζύγωθρο
•
- λόγιοο σύρτης που συγκρατεί τα δύο φύλλα ενός παραθύρου ή μιας πόρτας Βικιλεξικό
- λόγιοεξάρτημα μηχανών εσωτερικής καύσης μεταξύ των βαλβίδων και του εκκεντροφόρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζύγωθρο < ελληνιστική κοινή ζύγωθρον < αρχαία ελληνική ζυγόω < ζυγόν ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική culbuteur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζύγωθρο | ζύγωθρα |
| Γενική | ζύγωθρου | ζύγωθρων |
| Αιτιατική | ζύγωθρο | ζύγωθρα |
| Κλητική | ζύγωθρο | ζύγωθρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →