ζύγωμα
•
- το πλησίασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζύγωμα < (άμεσο δάνειο) ελληνιστική κοινή < ζυγώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζύγωμα | ζυγώματα |
| Γενική | ζυγώματος | ζυγωμάτων |
| Αιτιατική | ζύγωμα | ζυγώματα |
| Κλητική | ζύγωμα | ζυγώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →