ζύμωμα
•
- η ενέργεια του ζυμώνω· η μάλαξη με τα χέρια ή με ειδικό μηχάνημα ενός μείγματος από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, για να φτιαχτεί ζύμη για ψωμί ή γλυκίσματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διάπλαση του χαρακτήρα που φέρνει η συναναστροφή με άλλους ανθρώπους και η τριβή με τα προβλήματα της ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζύμωμα < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζύμωμα | ζυμώματα |
| Γενική | ζυμώματος | ζυμωμάτων |
| Αιτιατική | ζύμωμα | ζυμώματα |
| Κλητική | ζύμωμα | ζυμώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →