ζώδιο
•
- ο καθένας από τους δώδεκα κύριους αστερισμούς που είναι ορατοί στον ουρανό κατά μήκος της εκλειπτικής Βικιλεξικό
- αστρολογίατο καθένα από τα 12 διαδοχικά τμήματα στα οποία χωρίζεται η εκλειπτική (και τα οποία δεν συμπίπτουν ολοκληρωτικά με τους αντίστοιχους αστερισμούς) Βικιλεξικό
- «Το ομηρικό ρήμα παραμυθεύομαι σημαίνει συμβουλεύω, αργότερα έγινε παρηγορώ» . «Μόνο τα ζώδια παρηγορούν και συμβουλεύουν ... Αλήθεια, τι ζώδιο είσαι; » αστειεύτηκα. (Σοφία Μαντουβάλου, Χαρέμι ανδρών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- κατ’ επέκτασητο χρονικό διάστημα του έτους κατά το οποίο ο ήλιος βρίσκεται σε καθένα από αυτά τα 12 ίσα τμήματα κατά τη φαινομενική ετήσια περιφορά του γύρω από τη γη Βικιλεξικό
- όσοι γεννιούνται από 23/9 έως 23/10 ανήκουν στο ζώδιο του Ζυγού
Ετυμολογία
ζώδιο < αρχαία ελληνική ζῴδιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζώδιο | ζώδια |
| Γενική | ζωδίου / ζώδιου | ζωδίων |
| Αιτιατική | ζώδιο | ζώδια |
| Κλητική | ζώδιο | ζώδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →