ηγεμονία
•
- το να ηγεμονεύει κανείς, να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχεί Βικιλεξικό
- η οικονομική κρίση οδήγησε στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας των νεοφιλελεύθερων ιδεών
- Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)
- το κράτος ή η περιοχή που διοικείται από έναν ηγεμόνα Βικιλεξικό
- Παραδουνάβιες Ηγεμονίες: Η Βλαχία και η Μολδαβία ως ημιαυτόνομες περιοχές που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διοικούνταν από έναν ηγεμόνα που διόριζε ο Σουλτάνος
Ετυμολογία
ηγεμονία < αρχαία ελληνική ἡγεμονία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηγεμονία | ηγεμονίες |
| Γενική | ηγεμονίας | ηγεμονιών |
| Αιτιατική | ηγεμονία | ηγεμονίες |
| Κλητική | ηγεμονία | ηγεμονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →