ηγεμονίσκος
•
- μειωτικόυποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν ηγεμόνα ή για κάποιον που φέρεται σαν ηγεμόνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηγεμονίσκος < ηγεμόνας + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηγεμονίσκος | ηγεμονίσκοι |
| Γενική | ηγεμονίσκου | ηγεμονίσκων |
| Αιτιατική | ηγεμονίσκο | ηγεμονίσκους |
| Κλητική | ηγεμονίσκε | ηγεμονίσκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →